Την τελευταία φορά που σε είδα ήσουν πανέμορφη όπως πάντα. Φορούσες εκείνη την υπέροχη μαύρη μπλούζα που σου πήρα για δώρο στα γενέθλια σου. Έλαμπες ολόκληρη, ίσως επειδή ήσουν χαρούμενη πλέον μακριά από μένα, έλειπες από την αγκαλιά μου, αλλά ήσουν ευτυχισμένη, το έβλεπα στα μάτια σου και αυτό μου έδινε χαρά, άλλωστε αυτό ήθελα να είσαι εσύ χαρούμενη.

Δεν είχα καταλάβει ακόμα πως αυτό που είχαμε πλέον ανήκε στο παρελθόν, νόμιζα πως όταν σε έβλεπα θα έτρεχες κατά πάνω μου, θα σε έπαιρνα αγκαλιά και θα σε φιλούσα, όμως δεν έγινε αυτό.

«Γεια, πως περνάς;»
«Καλά, προσπαθώ να ξεχάσω, εσύ;»
«Κι εγώ να επιβιώσω σε αυτή τη μιζέρια που ζω»
«Όλοι προσπαθούμε να επιβιώσουμε δεν είσαι μόνος σου»
«Ναι είναι αλήθεια αυτό, θα τα ξαναπούμε ε;»
«Κάποια μέρα ίσως..»

Αυτά τα λίγα λόγια ήταν αρκετά για να κάνει την καρδιά μου ξανά κομμάτια. Ήθελες να ξεχάσεις μου είπες, εγώ δεν θέλω να ξεχάσω, δεν μπορώ να ξεχάσω εμάς.

Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου, το βλέμμα μου κόλλησε στο δικό σου. Ήθελα τόσο πολύ να σε αγκαλιάσω και να σου πω πόσο πολύ μου έλειψες, πόσο πολύ είχα ανάγκη την συντροφιά σου αυτό τον καιρό. Δεν ήσουν παρών, πέρασα δύσκολα, πέρασα τα εμπόδια μόνος μου, τα κατάφερα όμως.

Εκείνη τη μέρα θα τη θυμάμαι για πάντα σαν τη μέρα που δεν κατάφερα να σου πω όσα ένιωθα. Η καρδιά μου χτύπαγε τόσο γρήγορα όπως την πρώτη φορά που σε φίλησα, γιατί να μην μπορώ τώρα να σε φιλήσω;

Πέρασε καιρός από τότε που σε είδα κι εγώ περιμένω ακόμα εδώ, μέχρι να σε ξαναδώ, μέχρι ο κόσμος να χαλάσει όπως λέγαμε τότε.
Τώρα θα σε βλέπω μονάχα μέσα στις σκέψεις μου.

Advertisements