Ήταν μια ζεστή νύχτα καλοκαιριού. Εκείνο το βράδυ είχαν τσακωθεί για έναν πολύ ασήμαντο λόγο. Εκείνος βγήκε έξω στο μπαλκόνι να ηρεμήσει λίγο, να σκεφτεί την κατάσταση, να κάνει την αυτοκριτική του όπως έκανε συνήθως. Εκείνη έμεινε μέσα στο σπίτι, κάθισε λίγο στον καναπέ και έβλεπε τον άσπρο τοίχο που είχε απέναντι της σκέφτοντας όλα όσα είχαν γίνει πριν λίγο. Είχε περάσει αρκετή ώρα, είχαν ηρεμήσει και οι δυο τους και τότε βγήκε και αυτή έξω.

«Να σου προτείνω μια ιδέα που σκέφτηκα;» του είπε.
«Τι ιδέα;»
«Τι θα έλεγες αν περνάμε το αυτοκίνητο και πηγαίναμε μια βόλτα έξω από την πόλη;»
«Ναι νομίζω θα μας έκανε καλό και στους δυο μας»
«Συγνώμη για πριν, δεν ήθελα να γίνουν όλα αυτά»
«Κι εγώ συγνώμη το παράκανα με το ποτό αυτό τον καιρό, ίσως είναι καλύτερα να σταματήσω να πίνω»
«Χθες όταν επέστρεψες στο σπίτι ήσουν λιώμα, έπρεπε να σε βάλω να κοιμηθείς στο διπλανό υπνοδωμάτιο για να μπορέσω κι εγώ να κοιμηθώ»
«Δεν ξέρω γιατί ήπια τόσο, παρασύρθηκα από την παρέα μου»
«Εντάξει, πάμε τώρα;»
«Φύγαμε»

Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για το άγνωστο. Η πόλη τους έπνιγε, ήθελαν να πάνε κάπου που να υπήρχε καθαρός αέρας, κάπου ήσυχα όπου δεν θα υπήρχε αυτό το χλωμό περιβάλλον από το σπίτι. Ο δρόμος τελικά μετά από αρκετή ώρα τους έβγαλε σε μια απόμερη παραλία.

«Λοιπόν τι λες, εδώ είναι καλά;» της είπε.
«Δεν έχω ξανάρθει εδώ, θα μάθουμε σε λίγο αν είναι καλά»
«Είναι μια απόμερη παραλία, δεν υπάρχει κανείς εδώ να μας ενοχλήσει»
«Ναι όντως έτσι φαίνεται, ελπίζω να είναι το μέρος που αναζητούσαμε τόση ώρα»
«Νομίζω θα είναι το τέλειο μέρος για μας»
«Είμαι μαζί σου, οπότε όπου και να καταλήγαμε θα ήταν το τέλειο μέρος για μένα»

Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, πήγαν κοντά στη θάλασσα να ακούσουν τα κύματα και να μιλήσουν για τη σχέση τους, τα σχέδια που ετοιμάζουν στο μέλλον. Κάθισαν στην ακρογιαλιά σε ένα σημείο που ήταν καθαρά και αναπαυτικά να καθίσουν και άρχισαν να πετούν μικρές στρογγυλές πέτρες μέσα στη θάλασσα.

«Για να δούμε αν μπορείς να με περάσεις» είπε αυτός χαμογελώντας.
«Θα σε περάσω είμαι δυνατή, αλλά τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα θα σε αφήσω να νικήσεις»
«Και γιατί αυτή η απόφαση μικρή;»
«Επειδή θέλω να σε βλέπω να χαμογελάς με μαγεύει το χαμόγελο σου»
«Δηλαδή άμα χαμογελάω θα με αγαπάς περισσότερο;»
«Εννοείται χαμογελάρα μου»
«Και αν βαρεθείς να κοιτάζεις το χαμόγελο μου;»
«Δεν θα βαρεθώ»
«Υπόσχεσαι;»
«Υπόσχομαι»

Τότε αυτός χαμογέλασε και την πήρε αγκαλιά λέγοντας της πόσο τυχερός νιώθει που υπάρχει στη ζωή του. Η νύχτα προχωρούσε αδιάκοπα, η πανσέληνος πάνω από τα κεφάλια τους φώτιζε τη θάλασσα και έκανε το περιβάλλον παραμυθένιο. Κάποια στιγμή αυτή άρχισε να βλέπει τα αστέρια ψηλά στον ουρανό, αλλά αυτός συνέχισε να βλέπει εκείνη με ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη.

«Γιατί δεν βλέπεις τα αστέρια;» του είπε.
«Γιατί να κοιτάξω τον ουρανό όταν ολόκληρο το φεγγάρι κάθεται ακριβώς δίπλα μου;»
«Αν ήμουν το φεγγάρι, θα έφερναν φως στη ζωή σου.»
«Ποιος είπε το αντίθετο;»
«Το βλέπω καθημερινά, δεν είσαι χαρούμενος.»
«Δεν φταις εσύ ζωή μου, απλά με φοβίζουν οι αλλαγές, το μέλλον, φοβάμαι να ρισκάρω γιατί ξέρω αν δεν πετύχω αυτό που θέλω, θα χάσω κάθε ελπίδα για μένα.»
«Να ξέρεις πως εγώ είμαι δίπλα σου στα καλά και στα κακά, απλά μην βγάζεις προς τα έξω τις φοβίες σου, σε καταστρέφουν αργά χωρίς να το καταλάβεις. Ξέρεις λένε πως πρέπει να πέσεις χαμηλά για να μπορέσεις να ανοίξεις τα φτερά σου και να πετάξεις ψηλά. Μην φοβάσαι να ρισκάρεις, πάντα θα έχεις εμένα δίπλα σου να σου δίνω δύναμη για να προχωράς.
«Σ’αγαπώ, αλήθεια θα με κάνεις να κλάψω από τη χαρά μου, ποτέ μου δεν πίστευα πως θα είμαι τα πάντα για κάποιο άλλον άνθρωπο. Ευχαριστώ που υπάρχεις στη ζωή μου και την κάνεις να έχει νόημα. Μου δίνεις λόγο να ξυπνάω κάθε πρωί και να ξέρεις πως χωρίς εσένα η ζωή μου θα ήταν τόσο κενή όσο η πρώτη σελίδα ενός βιβλίου. Άδειος, μέχρι να σε γνωρίσω.»
«Τότε ας αρχίσουμε να γεμίζουμε αυτό το βιβλίο κάθε μέρα με μοναδικές στιγμές από εμάς τους δυο. Δεν θέλουμε πολλά, εμάς, λίγο κρασί και μια ταράτσα με θέα τα όνειρά μας.»
«Ας ονειρευτούμε λοιπόν φεγγάρι μου.» της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά, ψιθυρίζοντας της στο αυτί «Σ’αγαπώ».

Μια ξαφνική λάμψη φάνηκε στον ουρανό, ένα αστέρι είχε πέσει εκείνη την ώρα και φωτίστηκε το μαύρο του ουρανού.

«Κάνε ευχή, κάνε ευχή!» του είπε γεμάτη ενθουσιασμό.
«Και να κάνω τι θα γίνει;»
«Αν το πιστέψεις αρκετά, ίσως να βγει αληθινή»
«Και αν δεν το πιστεύω αρκετά;»
«Τότε θα την κάνω εγώ αληθινή για σένα»
«Αυτό μου αρέσει πάνω σου, βρίσκεις λύσεις σε όλα με ένα χαμόγελο»
«Ναι, άλλα χαμογελώ μόνο όταν είσαι εσύ μαζί μου»
«Αν καμιά μέρα χαθώ τι θα κάνεις;»
«Δεν θα ξανά χαμογελάσω»
«Σου υπόσχομαι πως δεν θα χαθώ από τη ζωή σου»
«Φίλα με»

Άρχισε να την φιλάει όσο πιο παθιασμένα γινόταν, προσπαθούσε να της δείξει πόσο την αγαπούσε, τι πραγματικά σήμαινε γι αυτόν η σχέση τους. Κάποια στιγμή σταμάτησε να την φιλά την κοίταξε για λίγο στα μάτια με αυτό το βλέμμα γεμάτο έρωτα και της είπε:

«Άφησε με να κρατήσω αυτή την στιγμή που ζούμε τώρα, ξέρω πως αύριο θα είναι μια γλυκιά ανάμνηση γι’ αυτό θέλω να την απολαύσω όσο πιο πολύ γίνεται»
«Δεν θέλω να με ξεχάσεις»
«Πως γίνεται να ξεχάσω κάτι τόσο όμορφο όσο εσύ;»
«Ξεχνώντας το παρελθόν σου, θα ξεχάσεις κι εμένα»
«Αν ξεχάσω το παρελθόν μου, σημαίνει θα κάνω τα ίδια λάθη και στο μέλλον»
«Πως θα ξέρω ότι θα με θυμάσαι ό,τι και να γίνει;»
«Αν ποτέ χωρίσουν οι δρόμοι μας θέλω να κοιτάζεις τον ουρανό και να θυμάσαι αυτή τη μέρα που μας έφερε σε αυτή την υπέροχη παραλία. Αυτές οι στιγμές που ζούμε τώρα είναι τόσο έντονες, δεν θα ξεχαστούν ποτέ από κανένα μας»
«Τα λες όλα τόσο υπέροχα, έχουν νόημα τα λόγια σου λατρεύω να σε ακούω, σ’ευχαριστώ που υπάρχεις στη ζωή μου»
«Σ’αγαπώ χαζούλα»
«Κι εγώ σ’αγαπώ βλάκα μου»
«Πέρασε η ώρα, πιστεύω είναι ώρα να πηγαίνουμε σπίτι, εσύ τι λες;»
«Ναι έτσι πιστεύω κι εγώ, μιλήσαμε για εμάς, για το μέλλον μας, για ό,τι μας απασχολεί, τα καλύψαμε όλα»

Τότε σηκώθηκαν, μπήκαν στο αυτοκίνητο και πριν φύγουν έδωσαν μια υπόσχεση, κάθε φορά που θα νιώθουν την πόλη να τους πνίγει θα έρχονται σε αυτή την παραλία για να ηρεμούν οι σκέψεις τους. Στο δρόμο για το σπίτι ήταν και οι δυο σιωπηλοί, αυτός οδηγούσε και αυτή έβλεπε έξω από το παράθυρο τη φύση καθώς ο κρύος αέρας έλουζε το πρόσωπό της.

Μετά από λίγη ώρα έφτασαν στο σπίτι, ήταν και οι δυο τους πολύ κουρασμένοι. Ήθελαν να μιλήσουν όμως ακόμα λίγο και έτσι έκαναν, ξάπλωσαν στο κρεβάτι αγκαλιά και κοίταζαν πάνω ψηλά το φως που ήταν αναμμένο.

«Το ξέρω πως σήμερα περάσαμε πολλά, ήταν μια περίεργη μέρα, αλλά και μοναδική για μένα» του είπε και τον κοίταξε στα μάτια με ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη της.
«Ναι όντως ήταν μια περίεργη και μοναδική μέρα, σ’ευχαριστώ που με άντεξες σε εκείνη την παραλία» της είπε γελώντας.
«Λες να μην σε άντεχα;»
«Μερικές φορές όταν είμαι ο εαυτός μου δεν είμαι και η καλύτερη παρέα ξέρεις»
«Για μένα είσαι ο,τι καλύτερο»
«Είσαι τόσο γλυκιά το ξέρεις;»
«Αν είμαι εγώ γλυκιά τότε εσύ είσαι σοκολάτα»
«Μου άνοιξες την όρεξη τώρα»
«Σοβαρά;»
«Όχι απλά σε πειράζω για να δω την αντίδρασή σου»
«Έλα εδώ βλαμμένο μου»
«Σ’αγαπώ, καληνύχτα όμορφη μου»
«Κι εγώ σ’αγαπώ, καλό μας ξημέρωμα»

Και έτσι κοιμήθηκαν αγκαλιά όλη νύχτα ονειρεύονται μαζί το μέλλον τους σε ένα πρόχειρο κρεβάτι, σε μια πρόχειρη εποχή που αλλάζει συνεχώς, αλλά ο κόσμος παραμένει ο ίδιος.

Advertisements