Περπατούσε μονάχος στο δρόμο χωρίς κάποιο προορισμό. Ήξερα καλά την ιστορία του, μου την είπε ο ίδιος πολλές φορές όποτε πήγαινα να του προσφέρω φαγητό. Πάντα η ίδια ιστορία «Δεν έχω μέλλον μπροστά μου» έλεγε.

Δεν είχε οικογένεια, η ζωή τον είχε ξεχάσει εδώ και πολύ καιρό σε ένα παγκάκι μέσα στο κρύο. Κάλυπτε το σώμα του τις κρύες νύχτες με πεταμένες εφημερίδες που έβρισκε στο δρόμο. Πάντα είχε δίπλα του ένα μπουκάλι μισοάδειο από ουίσκι, έλεγε πως αυτή είναι η συντροφιά του, μόνο το ποτό δεν θα τον εγκαταλείψει.

Τις μέρες τριγυρνούσε την πόλη ψάχνοντας βοήθεια κρατούσε ένα παλιό καπέλο που βρήκε στα σκουπίδια και έλεγε «Λίγη βοήθεια σε ένα συμπατριώτη σας να ζήσει, μια ευκαιρία για ζωή». Λίγοι του έδιναν χρήματα, οι υπόλοιποι τον προσπερνούσαν χωρίς καν να τον αντικρίσουν λες και ήταν αόρατος.

Υπήρχαν μέρες που κάποιοι τον ξυλοκοπούσαν επειδή ζήτησε παρηγοριά σε λάθος άτομα. Άλλες φορές όταν κοιμόνταν στο παγκάκι πήγαιναν μικρά παιδιά και του έριχναν νερό για πλάκα, αυτός όμως δεν θύμωνε ποτέ του. Η καρδιά του ήταν χρυσή, ακόμα και αν δεν ζούσε σαν άνθρωπος, η ανθρωπιά του ήταν περισσότερη από πολλούς που λένε πως συμπονούν τους άστεγους. Δυστυχώς αυτή είναι η κοινωνία που μεγαλώνουμε.

Ίσως αν μπορούσε η κοινωνία να μην αφήνει τους ανθρώπους της να καταστραφούν, θα υπήρχε ένα καλύτερο μέλλον για όλους.

Advertisements